Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Το φεγγαρι πεφτει πισω από τα κεραμυδια. Είναι κοκκινο και μακρια πολύ, και αν το κοιταξεις θα σε δω.




Το φεγγαρι πεφτει πισω από τα κεραμυδια



Καταταχτηκε στις 3 σεπτεμβρη, στο 124 Π.Β.Ε της τριπολης. Του αρεσε το φθινωπορο, και καθώς περναγε την πυλη τα φυλλα επεφταν μεσα στο στρατόπεδο. Παραξενο να περνάς την πυλη, σκεφτηκε, και ενας ενστολος στα δεξια του εγνεψε να συντομευει. Εξω από τα καγκελα κοπελες χερετουσαν. Καποιες ηταν ομορφες.
Τον οδηγησαν σε μιαν πλακοστροτη αιθουσα. Καθησε σε μια καρεκλα και για μιση ωρα η οθονη που στεκονταν μπροστα στους νεοσυλεκτους παρουσιαζε τεθωρακισμενα να καταλαμβανουν προμαχωνες. Διπλα του ενας μπαρουτοκαπνισμενος νεοσυλεκτος παρακολουθουσε το ντοκιμαντερ με αλαφιασμενο βλεμμα.
- Πο πο αρματα! Πο πο οπλα! Τι ειμαστε εμεις οι ελληνες ρε παιδι μου; μακαρι να ειχα πολεμησει κι εγω στα χαρακοματα. Κι επειτα από λιγο, σχεδον αποτομα: Πως σε λενε;
- Ριτσάκι.
- Μιχαιλιδης, του δωσε το χερι, μαζι θα μαστε στον θαλαμο.
Με αυτόν θα καταφερω να γινω φιλος; αναρωτηθηκε. Τοτε για πρωτη φορα καταλαβε πως εκεινο που θα τον συνοδευε σε ολη την θυτεια του ηταν οι σκεψεις. Βασανιστικο πραγμα οι σκεψεις, σκεφτηκε, αλλα θα μπορουσε να το υπομένει. Η ζωη είναι σινιφασμενη με τις σκεψεις.
Μετα από λιγο καποιος ηρθε και τους μαζεψε και διασχησαν μαζι έναν μεγαλο δρομο. Σε τριαδες, τους ειπε αυτος, και εκαναν τριαδες. Ολοι κρατουσαν σακους με ρουχα και μερικοι μιλουσαν στο τηλεφωνο. Ενας φορουσε σχισμενο παντελονι και καποιος ειχε στο αυτί του σκουλαρικι.

Πρωτα μπήκαν σε μια αιθουσα και καθησαν στο πατωμα. Υπηρχε μια μεγαλη πινακιδα που εγραφε υποδοχη. Ο πρωτος ενστολος εφυγε και ηρθε ενας δευτερος. Καλωσηρθατε, τους ειπε, και αρχησαν να αναιβενουν σκαλοπατια. Σκαλοπατια δεξιοστροφα, σκαλοπατια αριστεροστροφα, σκαλοπατια ισια. Περνουσαν εμπρος από γραφεια και ενστολους και κανενας δεν μιλουσε, ενω που και που ακουγονταν καποιος καποιον αλλον να ρωτα: με λενε γιαννη, από πού μου ειπες ότι καταγεσε;
Στον επομενο διαδρομο μπηκαν στην πρωτη πορτα. Ηταν η αιθουσα τεσσερα. Ο ενστολος εφυγε και για εκεινον που πηρε την θεση του μερικοι ειπανε πως ηταν αρχι σμηνιας. Σκεφτηκε πως για να το αναφεραν, θα πρεπει να ηταν σημαντικο να εισαι αρχι σμηνιας. Καποιος παλι ειπε ειπε πως μαλλον αρχι μαλακας ητανε. Εκεινος τους μιλησε για λιγο και υστερα σηκωθηκαν ξανα. Στην νεα πορτα που περασαν η καρτελα εγραφε οφθαλμιατρος. Και η επομενη ιατριο. Και η τριτη ακτινολογικο. Η τελευταια εξεταστηριο, κι εκει τους ειπαν να γδυθουν. Καποιος γυμνος βρωμουσε και ενας άλλος ηταν πολύ χοντρος. Δεν ηξεραν αν βρωμαει ο χοντρος, παντως, κανεις δεν ξερασε. Κι όταν όλα αυτά τελειωσαν, τους οδηγησαν σε έναν θαλαμο και τους εδωσαν παραλαγες. Κανεις δεν τους ειπε να τις φορεσουνε αμεσως, αλλα καποιοι το εκαναν και καποιοι αλλοι γελαγαν μαζι η τους. Κοιταχτε κατι στρατοκαβλους, ελεγαν σιωπηλα, μα με ξεκαθαρη προθεση να ακουστουν.
Μεχρι το τελος της μερας ειχε μαθει από πού καταγωνταν και ο τελευταιος θαλαμιζομενος, αλλα δεν ηταν σιγουρος και για τα ονοματα τους. Υστερα κοιταξε για λιγο γυρω του. Σκεφτηκε: όπως κανουν ολοι, ετσι κι εγω. Κι επειδη ολοι κοιμοντουσαν, κοιμηθηκε κι αυτος.

Το πρωινο προσκλητιριο βρηκε το στρατοπαιδο τυλιγμενο στην ομιχλη. Τα πρωσοπα ολων σκεπαζε ενα πεπλο αποριας. Εμοιαζαν να σκεφτοντε πως προσπαθουσαν να μην σκεφτοντε.
Ενας σμηνιας ηρθε και τους ειπε να κανουνε τριαδες. Κανανε τριαδες. Τους οδηγησαν σε ένα απλωμα που λεγοτανε ο Ταφος. Καποιος ανεβηκε στο βημα και ειπε να γινει ησυχία. Εγεινε αυτό που ειπε. Και τοτε αρχιζαν να διαβαζουν ονοματα μεσα από καποιο φακελο. Ανελαβε να το κανει μια γυναικα. Σημειωση: Γελειο θεαμα μια γυναικα στον στρατο.
- Μιτροσιλης Δημητρης,
- Παρον
- Διαταξτε θα λες.
- Καλαμολεγγος γιαννης
- Παρον… εννοω… διαταξτε…
- ΑΠΑΝΤΕΣ, θεση για καμψεις.
Πηραν ολοι από τριαντα.
- Μιροτσος βασιλης
- ΔΙΑΤΑΞΤΕ
- Λουτριδης Αβρααμ
- …ταχτε
- ΑΠΑΝΤΕΣ, θεση για καμψεις…
Πηραν ακομα δεκα πεντε
- Ζερβος Νικος
- ΔΙΑΤΑΞΤΕ
- Μουχακης βασιλης
- ΔΙΑΤΑΞΤΕ
- Λεκκας Χριστος
- ΔΙΑΤΑΞΤΕ
….

Εκεινος σηκωσε το κεφαλι ψηλα και περιμενε να φωναξει το ονομα του που ερχονταν μετα από τρακοσια πενηντα ονοματα. Επρεπε πει κι αυτος ΔΙΑΤΑΞΤΕ. Ειχε το ανχος του και το ΔΙΑΤΑΞΤΕ στον στρατο. Καποιος ειχε πει πως αν ειχες λεπτη φωνη και εκανες κοκορακι στο προσκλητηριο, υστερα «σου βγαινε τ’ ονομα». Δεν ειχε αστεια φωνη, μαλλον.
Ακλονητος μεσα στο πληθος των παρατεταγμενων φανταρων σκεφτηκε πως η ζωη εινε ομορφη μεσα από τις δισκολιες της. Το φεγγαρι ητανε ομορφοτερο μεσα από τους περιορισμους του στρατοπαιδου. Τα κεραμυδια, κατακοκινα και καποια ξεθωριασμενα, στεκονταν θλιμενα. Αφου ειπε το διαταξτε του με επιτυχια, επρεπε να περιμενει ακομα εφτακοσια ατομα να κανουνε τον ιδιο.
Ο ουρανος σουρουπωνε. Ο ηλιος ειχε αρχησει να αχνωφενετε μακρια και πανω από τα κεραμυδια το φεγγαρι χανονταν αργα. Ισως να στεκοτανε ακινητος κάθε βραδυ και να βροντοφωναζε διαταξτε, μα μεσα του μπορουσε να σκεφτετε ότι ηθελε. Κανεις δεν τον εμποδιζε μεσα του να σκεφτετε γελεια πραγματα με θεαματα, τιμες, ιποτες και καστρα και δοξες που η ζωη του αρνθηκε.
Σημειωση: Γελειο πραγμα να σκεφτεσε όταν ολοι φωναζουνε ΔΙΑΤΑΞΤΕ.
Αφου η καταμετρηση τελειωσε αρχισαν να καλουν τις πρωινες υπηρεσιες. Αυτο θα επαναλαμβανονταν στο εξης κάθε μερα και ολοι λεγανε: που μπλεξαμε τωρα, ρε πουστη μου. Τα δεκα πρωτα ονοματα που ειπαν θα ηταν υπηρεσια μαγειριων. Οι δεκα πεντε δευτεροι εστιατωρες και μερικοι καθαριοτητες. Μετα το τελος του προσκλητιριου καποιος από την καθαριοτητα ζητησε να τον αλαξουν με έναν που ηθελε να μην κανει μαγιρια, αλλα ο σμηνιας γελασε ειρωνικα και απομακρινθυκε.
Εκεινον τον εβαλαν πληντυρια. Φορεσε στολη και αρβυλα και πηγε μαζι έναν φανταρο που τον ελεγαν Μιχαλαρο σ’ μια ακρη του στρατοπεδου οπου σεντονια στεγνωναν σε αμετρητες σειρες σιρματων. Ειχε πια ξημερωσει για τα καλα.
Καλο παιδι ο μιχαλαρος. Ολο τεμπελια και ιστοριες. Τους εδωσαν ένα καροτσι και ξεκινησαν από τον πρωτο διαδρομο. Εκεινος εβγαζε τα μανταλακια και ο μιχαλαρος τραβουσε το σεντονι μεσα. Πηγενε καλα το θεμα, αλλα τα σεντονια θα ηταν τουλαχιστον δυο χιλιαδες.
- Μην βιαζεσε τοσο, του ‘πε τελικα επειτα από λιγο. Παρε άλλο ένα καροτσι και παμε μια κοντρα.
Πηγανε κοντρα.
Το δικο του καροτσι ειχε μια στραβη ροδα και εκανε γκελ. Εχασε.
Υστερα ο μιχαλαρος ξεκρεμασε μερικες κουβερτες και εφτιαξε ένα τσαντιρι από λινοσκεπασματα. Τα τεντοσε δεξια, τα τεντοσε αριστερα, και εκανε και κατι που εμοιαζε με πορτα. Ξαπλωσε κατω από το κουβουκλιο και εβγαλε από το βρακι του ένα τσιγαριλικι. Κοιτα τι εχω εδώ, ειπε, και το κουνισε εμπρος από τα ματια του. Ο ηλιος εκαιγε τωρα κοντινος. Ο μιχαλαρος σε μερικα χρονια θα μαχερονονταν πανω σε καβγα, αλλα ακομα ιδεα δεν ειχε για το τι επροκειτο να του σιμβει, κι ετσι αναψε το τσιγαριλικι του και αρχησε να λεει ιστοριες. Κι εκεινος τον κοιτουσε ορθιος μες στον ηλιο.


Λιγες μερες αργοτερα στον θαλαμο επικρατουσε η αντρικη αισθηση της ταξης και η συμετρια των αντικιμενων. Μερικοι καθαριζαν τουαλετες και αλλοι σφουγαριζαν. Αλλοι ξυριζονταν κι αλλοι ειχαν αφρο στ αυτια Αλλοι παλι κοιμοντουσαν με τα αρβυλα πανω στις κουβερτες και καποιος τσακονονταν γιατι του πατησαν το μαξηλαρι. Και υστερα ολοι μαζι ετρεχαν και ετρεχαν για ωρες. Οσοι εμεναν πισω στην γυμναστικη καταπιανονταν με τα αθλιτικα, μιλουσαν για δουλειες, και παντα ακουγονταν καποιος κομουνιστης που διαλαλουσε πως στον κοσμο δεν θα πρεπε να γινοντε πολεμοι και καποιος που μολις χωρισε.
- Ακου να δεις κατι, πεταγοταν τοτε σχεδον αμεσως ο μιχαιληδης, η γυναικα που τωρα εχετε διπλα σας και που στο μελλον θα αποκτησετε το μονο που θελει είναι να κανει πιπες. Το ότι τωρα πιθανον να τις κανει σ’ εσας, είναι ένα καθαρα σιγκιριακο φενομενο.
Στον θαλαμο τα κρεβατια ηταν διπλά. Περιεργα κρεβατια. Δεν ειχαν κατι το ιδιετερο. Ηταν κομψα στην λιτοτητα τους. Σιδερενια. Και οι τιχοι ηντουσαν παλιοι και καλα σιντιριμενοι. Τα δεντρα ψιλο κιτρινα μα τα παρτερια καθαρα. Όταν μια αραχνη κρεμονταν από ένα δοκαρι αμεσως καποιος ετρεχε με μια σκουπα να την καθαρισει. Και αναμεσα στους ιστους η σκονη επεπλεε αργα πανω στις ηλιαχτιδες του πρωινου και το φως εκανε σχεδια στο μαρμαρο.
Διαφορα πρωσοπα περνουσαν μπροστα από τα ματια του. Ψιθυροι ακουγονταν απ’ τα κρυφα που ελεγαν, κι αυτος στον θαλαμο μας; Ηταν προσωπα όλα αγνωστα. Όλα τους διαφορετικα και όλα ιδια. Σαν να διεφεραν με τον ιδιο ακριβως τροπο: Αλλοι φορουσαν γυαλια. - αλλοι ειχαν ξυρισμενο κεφαλι και το επαιζαν σκληροι. Καποιοι ηταν χοντροι και καποιοι αγραματοι. Ενας ειχε σμηχτα φριδια και μερικοι ητανε τοσο αστειοι και ετιμολογοι που μπορουσες να πεις πως επρεπε να γινουν κωμικοι. Και καποιος από ολους εκεινους ητανε και ο ιδιος, κι εβγαλε έναν μαρκαδορο και στο ξυλο πανω από το κρεβατι του εσβησε την μερα που ξημερωνε στο ημεροδικτιο και παραπερα εγραψε σ’ αγαπω. Για μια στιγμη κοιταξε τριγυρω του, κι όταν σιγουρευτικε ότι κανενας δεν κοιτουσε εγραψε και το ονομα μιας κοπελας. Τοτε σε καποιο από τα διπλανα κρεβατια μια φωνη ακουστηκε: Τι ωραιο που είναι όταν ξυπνας να ζεσταινεις την κολοτρυπιδα σου με μια κλανια!
Στον θαλαμο ειχανε και διδιμους. Ητανε πολύ ασχημοι παναθεμα τους, μα υπερβολικα αθωοι: Στο πρωινο προσκλητηριο ξυπνουσαν πρωτοι, στη βραδινή αναφορα ετρεχαν με το χτιπημα του κουδουνιου. Τις αρβυλες τους τις ειχαν παντοτε γυαλισμενες και για το μπανιο ειχαν ένα πρασινο σαπουνακι μεσα σε ένα λευκο μικρο κουτακι. Όταν επλεναν τα χερια τους ανοιγαν το κουτακι και εβγαζαν το σαπουνακι. Αφου επλεναν το προσωπο τους ξεπλεναν το σαπουνακι και το κλειναν στο κουτακι. Το βαζαν στην βαλιτσα και την κλειδωναν. Το κλειδι το κρεμουσαν στον λαιμό.
Η μητερα τους ειχε τακτοποιησει όλα τους τα πραγματα σε δυο μεγαλους γκριζους σακους. Εκεινοι πριν παρουν κατι τα εβγαζαν και τα εβαζαν όλα με την ιδια ακριβως σειρα και τροπο που τα βρηκαν.
Τους διδιμους τους ειχαν ολοι λιγο στο ψηλο, ωσπου μια μερα καποιος σμηνιας αδειασε όλα τα ειδη τους στο πατωμα γιατι βρηκε πως εστρωναν λινα σεντονια. Φθαρμενα ητανε, μα μολις ειδε ότι ηταν κεντητα αναποδογυρισε και τις δυο βαλιτσες τους. Υστερα ολοι εφυγαν και εκεινοι στεκονταν και κοιτουσαν πραοι και λυπημενοι. Μολις το κυριγμα τελειωσε εσκειψαν και αρχισαν να μαζευουν τα πραγματα τους ένα-ένα με τον ιδιο τροπο στην βαλιτσα. Τελευταια εβαλαν μεσα σε έναν φακελο την στρατιωτικη τους φωτογραφια που ειχε πλακωθει. Από τοτε κάθε βραδυ ολο την ισιωναν κι αργοτερα ειπαν πως δεν ειχαν λεφτα να παρουν άλλη. Δεν είναι σωστο να γαμας ετσι την αθωοτητα, σκεφτηκε εκεινος.



Το επομενο πρωινο από τα μεγαφωνα βγηκε ανακηνωση. Ακουστηκε ένας γδουπος, ένα γδαρσιμο, και μετα η μικροφωνικη φωνη: σε δεκα λεπτα, ολοι σινταξη στην πιστα. Επαναλαμβανω, σε δεκα λεπτα…
Από τους θαλαμους αρχισαν να βριζουν. Ο μιχαλαρος σικωθηκε γυμνος και φορεσε την παραλαγη χωρις εσωρουχα και ο μιχαιλιδης βγηκε από το μπανιο με μισο κοντρα ξιρισμα. Οι περισοτεροι φορεσαν λαθος ζευγαρι αρβυλα.
Μαζευτικε τροχαδην το στρατοπαιδο στην πιστα εστιασεως και ξεκινησαν με βημα για τα διδακτιρια. Σε μια ατελειωτη ουρα φανταρων εκπεδευτες ακουγονταν να λενε: Αριστερο-μεταβολη-μεταβολη-δυο τρια κι εμπλοκη. Εκει εκαναν ουρα και εμπεναν ανα δυο σε μια πορτα οπου ανθρωποι με γυαλια καθοντουσαν σοβαροι εμπρος από υπολογιστες. Όταν καποιος φανταρος εβγαινε από την αιθουσα αμεσως ολοι τον ρωτουσαν: Τι σου ελεγαν;
- μαλακιες, απαντουσε, τι εχω κανει στην ζωη μου
- τι εχεις κανει στην ζωη σου;
- Αν εχω σπουδασει, αν δουλευω, αν ξερω ξενες γλωσσες, αν εχω διπλωμα μεγαλης κατιγωριας.
Εκεινος ηξερε αγγλικα.
Κατευθυνθηκε στο βαθος και ακουγε τους αλλους να μιλουν.
- Τι θα δηλωσεις; Ελεγε καποιος
- Εχω σπουδασει μηχανολογος, μια φωνη απαντουσε. Μια άλλη: εγω είμαι ηλεκτρολογος, μια άλλη: εγω οδηγος.
Σκεφτηκε, εγω ξερω αγγλικα. Βαδισε ως το τηλεφωνο και καλεσε έναν αριθμο. Στην άλλη ακρη της γραμμης κανεις δεν απαντησε. Αναμεσα στα πληκτρα καποιος ειχε γραψει με μαρκαδορο: Δυτικα προαστια, r1 για ζωη! Μακης, γ’ εσσο. Από την άλλη ακρη της γραμμης καποτε καποια του ειχε πει: εισαι ενας ψυχικα ασθενης ανθρωπος.
Αρχησε να κανει κυκλους στους διαδρομους. Τοτε τον ειδε για πρωτη φορα. Ηταν ενας μακρυς κιτρινος διαδρομος με μωσαικο και δεξια και αριστερα μισανιχτες πορτες με θρανεια και ενδειξεις. Στο βαθος υπηρχε ένα πελωριο παραθυρο από το οποιο ετρεχε μεσα φως, φως και παλι φως. Τοσο πολύ φως, που οι ενδιξεις γιαλισαν και το μωσαικο λαμπιρισε. Εκει που στεκονταν ηταν σκοτεινα, ετσι γλιστρησε αθορυβα από την παραταξη και πρωχορισε: Στην πρώτη πορτα εγραφε αιθουσα εικοσι οκτω, σε μια άλλη, διδασκαλια, μα δεν υπηρχανε φωνες και τα θρανεια ηταν όλα αδεια. Και σκεφτηκε: ειμαι ενας ψυχικα ασθενης ανθρωπος.
Πριν προλαβει να φτασει στο τελος μια φωνη ανωτερου τον καρφωσε στην πλατη: για πού νομιζεις ότι το ‘βαλες; Του απευθυνθηκε. Κοιταξε το φως, κοιταξε και πισω του. Εξω από το παραθυρο τιποτα δεν φενοταν, ξανα μοναχα φως. Εστριψε και γυρισε στην παραταξη. Επειτα, στην αιθουσα τον ρωτησανε σπουδες, επαγγελμα, χομπι, διπλωματα, ξενες γλωσσες; Εκεινος απαντησε, αγγλικα. Στην οθονη αμεσως πληκτρολογιθικε, Αγγλικα. Αποδοχη-ΟΚ. Εμφανιστηκε: η καρτελα αποθυκευτικε.




Θα πρεπει να ηταν η δεκατη μερα στο στρατοπαιδο. Ο κοιλος ουρανος κατεβαζε από το γκριζο του βροχη σαν καταραχτη. Βαδιζε στους εξωτερικους διαδρομους της μοιρας. Από την πρωτη μερα τους το ειχαν πει ξεκαθαρα: δεν μπορειτε να απομακρινεστε από εδώ. Αυτος εινε ο χωρος που θα ζητε για τους επομενους δυο μηνες. Διπλα υπηρχε το μεγαλο απλωμα που λεγοτανε ο ταφος. Πιο περα μια αιθουσα, μακριτερα μερικες αγνωστες εγκαταστεις και πισω από όλα αυτά η πολη, το βουνο, ο ουρανος, τα συνεφα. Εκανε γυρους στο τετραγωνο και κοιτουσε το νερο να σταζει στους κοισους. Τοτε ξαφνικα η βροχη σταματησε και ένα πλατυ ουρανιο τοξο εμφανιστηκε στον ουρανο με την μορφη πολυχρομων χορδων που ενωναν δυο βουνοκορφες της τριπολης - αναμεσα τους ο ηλιος και λιγο πιο περα ακομα δυο αστερια φωτεινα που ακομα σιγοκαιγανε, δυο αστερα φιλοι.
Ενας φανταρος βγηκε από την αιθουσα και κοιταξε τον ουρανο. Υστερα ενας δευτερος. Και τριτος. Ολο το στρατοπαιδο μαζευτικε σιγα σιγα στους διαδρομους και κοιτουσε ψηλα. Ουαο, λεγανε, ουρανιο τοξο.
Ο μοιραρχος σαν πηρε χαμπαρι τι εγεινε εσκασε από την γωνια. Κορδοθηκε καμαρωτος, ουρλιαξε : Τι κανετε εδώ. Εισαστε ντροπη για το στρατευμα. Ολοι μεσα, ΑΜΕΣΩΣ. Κανανε να απομακρυνθουν. - ΧΕΡΕΤΑΤΕ! Ριξανε και μια χερετουρα και φυγανε. Κι υστερα από λιγο βγηκε εξω και αρχησε ξανα να περπαταει στους διαδρομους γυρω από τους θαλαμους. Όχι παραπερα. Αυτος θα εινε ο χωρος που θα μπορειτε να κινηστε για τους επομενους δυο μηνες, τους ειχαν πει. Η βροχη ξαναρχισε.

Επειτα από μια μερα βγηκανε οι πρωτες σκοπιες. Πολλα ειχανε ακουσει να λεγοντε για τις σκοπιες. Στην δεκατρια ενας παλιος ειχε πει πως καποιος βιασε έναν σμηνιτη. Στην εφτα πως ειχανε δει φαντασματα. Ενας φανταρος που λεγοταν μιχαλοπουλος προβληματιζε τον θαλαμο με τα ερωτηματα του: τι θα κανετε εάν στην σκοπια σας παρει ο υπνος; Εάν ενας αξιωματικος σας κλεψει το οπλο; Αν δειτε από την άλλη ακρη της νυχτιας να τρεχει στο μερο σας ένα ξωτικο;
Η σκοπια δεν ηταν προβλημα για εκεινον. Σκοπια σιμενε ηρεμια. Σημενε σκεψεις. Μερος απορθυτο που κανεις δεν μπορει να σε αποτρεψει από το μονο που μπορεις να κανεις, να σκεφτεις.
Για τον μαυρουλη, απ τον θαλαμο, τρια κρεβατια και διαγωνια επανω απ’ το δικο του, ελεγαν πως τον ειχανε πιασει να τον πεζει στη σκοπια. Για δυο βδομαδες οσοι τον γνωριζαν εψαχναν μεσα στην σκελεα του και όταν εβρισκαν ένα playnoy του κλειναν το ματι και του λεγανε: πηρες δουλεια για την σκοπεια; και κάθε φορα που πηγενε στο μπανιο τον ακολουθουσαν με μια φωτογραφικη μηχανη στο χερι. Από τοτε συνεχως τα βραδια το σιζιταγαν και ολο και καποιος νεος εμφανιζοταν που παραδεχονταν πως ειχε κανει το ιδιο. Και στα κρυφα ολοι οι αλλοι λεγανε, κι αυτος τον εχει πεξει στην σκοπια, κι αυτος, κι εκεινος. Κι εν τελη, κι εγω τον εχω πεξει στην σκοπια; γιατι, κακο είναι;

Εκεινο το βραδυ που ειχε ομιχλη και στο στρατοπαιδο ξεχωριζε μοναχα το νεον απ τις λαμπες πανω από τις οπλαποθηκες, το μεταγωγικο ηρθε να τους παρει στις τρεις. Στον αεροδιαδρομο τα μπλε φωτακια ειχανε αναψει κατά μηκος. Ανεβηκαν από μια μικρη σκαλα που ετριζε και καθησαν σε δυο αντικριστα παγκακια στην καροτσα. Ητανε όλα σκοτεινα και κανεις δεν μιλησε. Το σταγερ ξεκινησε και στην πρωτη ευθεια επιταχινε - στα σκοτεινα οι φανταροι στεκονταν στην σκονη που κολιμπουσε στο ημιφως με τα τουφεκια σφινωμενα αναμεσα στα μπουτια και το κρανος παραμασχαλα.
Το οχημα ετρεχε, στην πρωτη λακουβα ολοι τρανταζονταν και η καροτσα ακουγονταν ετιμη να διαλυσει. Ο οδηγος βιαστικος να κοιμηθει το σανιδωνε ολο και ποιο πολύ - από πισω ενας σκιλι ακολουθουσε. Στις λακουβες ολοι σκουντουφλουσαν, η σκονη εκανε δινες αναμεσα στα πρωσοπα και ο σκυλος ξεμενε πισω. Όμως στις κλειστες στροφες ζυγωνε και φενονταν το τρεχαλητο του κατω από τις λαμπες και το φως του φεγγαριου. Κι εκει που εφτανε πια διπλα και ακουγονταν το λαχανιασμα του, στην επομενη ευθεια εμενε παλι πισω, μα ησουν σιγουρος πως δεν σταματαγε να τρεχει. Και μολις καποιος φανταρος κατεβενε να παει στην σκοπια του, αυτό παλι θα εμφανιζονταν και θα κρεμαγε την γλωσσα του να ξαποστασει. Ετσι ξανα το σταγερ εφευγε, και ξανα το σκυλι εμενε μακρια, κι απ’ ολους τους φανταρους ο μιχαλαρος απλωνε το ποδι του στην καροτσα και φωναζε, ελα αγορι μου, μπορεις να τα καταφερεις, προλαβενεις, ελα… και ο σκυλος στο βαθος συνεχιζε να τρεχει.
Τα προσωπα στο σταγερ λιγο πριν το ξημερωμα ηταν σκοτεινα και σκονισμενα. Φανταροι κρατουσαν κρανοι, στηριζονταν στα οπλα, κρατουσαν με τα δυο χερια τους το πρωσοπο. Ο μιχαηληδης στην γωνια ειχε αναψει ένα πουρο και κοιτουσε εξω. Και καπου εκει στο βαθος καθοταν κι ενας παλιος. Ο παλιος εφερνε λιμενες εξαρτησεις, χειτωνιο ξεκουμποτο, αρβυλα μεσα από το πατζακι. Το πρωσοπου του δεν φενοναν. Οι γονιες του εκαναν παιχνιδια με το φως, το σκοταδι και την σκονη σαν ασπρομαυρο φιλμ νουαρ – εκεινος καπνιζε. Ισως αναμεσα στους νεους, ετσι επρεπε να μιαζει ενας παλιος.
Το σταγερ σταματησε στην δεκατρια. Ητανε η σκοπια του. Περιεργη σκοπια η δεκατρια. Πολλα ειπωνονταν. Δυο προβολεις στο σκεπαστρο την φωτιζαν από δυο μεριες και τριγιγω τιποτα άλλο δεν υπηρχε. Ο ουρανος ηταν φωτεινος. Αν ηξερες από αστρα, εβλεπες ξεκαθαρα τους αστερισμους. Εκεινος του ζυγου φενοτανε ξεκαθαρα σαν σφραγιδα, επισης του σκορπιού, και η μεγαλη αρκτος. Τα υπολιπα αστερια εμιαζαν καπως σκοτεινα ολογυρα τους. Το σκιλι τον ακολουθησε. Αυτος ανεβηκε τα σκαλοπατια του φιλακιου κι εκεινο κουλουριαστηκε χαμω να κοιμηθει. Κι όλα αυτά γιατι του ειχε πεταξει ένα κοματι σοκολατας. Ποσο δεσμιος ειχε γινει ενας σκυλος μοναχα για ένα κοματι φαι. Ότι ποτε κανεις δεν εκανε για εκεινον, το εκανε τωρα ενας σκυλος χωρις ανταλαγμα. Και ποσο λιποταν που ειχε κανει ένα σκυλι δεσμιο του για λιγη σοκολατα. Και εξισου το ιδιο λιποταν που ποτε κανεναν αλλον δεν ειχε κανει δεσμιο του για κατι τοσο φθηνο.
-τωρα που θα κανεις σκοπια, η πρωην σου θα κανει πιπες, του ειπε καθως κατεβενε το σταγερ μια φωνη απ’ το βαθος.
- τωρα που θα κανεις σκοπια, η πρωην σου θα μαθενει νεα κολπα, ειπε ενας άλλος.
- Τι σας λιπει στο στρατο; Του ειπε ο σμηνιας περιστερης, ενώ του εδινε το φιλο περιπολου. Τρωτε, πινετε, εχετε ηρεμια, δεν εχετε εγνιες, δεν σας βασανιζουν οι γυναικες.
Γυρω από την σκοπια υπηρχε ένα κικλικο μπαλκονι. Το κοβανε ολοι βολτα και όταν συναντιοντουσαν λεγανε τον αριθμο των κυκλων που ειχαν κανει. Ο τσακιρης ειχε πει πως μια φορα εκανε εξακοσιες. Ο τσακιρης λεει ψεματα, λεγαν οι υπολιποι. Δεν γινετε να κανεις εξακοσιους κυκλους, αλλα εκεινος ειχε κανει χιλιους εκατο. Ο τσακιρης μαλλον ελεγε ψεμματα.
Τι μας λιπει στον στρατο; Αναρωτιοταν και ο ιδιος καθως ξεκινησε τις στροφες στο μπαλκονι. Αρχισε να βρεχει. Αρχησε και να εχει κρυο. Ομιχλη ερχοτανε. Οι σκεψεις είναι αρωστια. Σοβαρη ασθενεια.
- Εξω από τον στρατο η πρωην σου μαθενει νεα κολπααααα!!!!! Φωναξε μεσα από το τζιπ της περιπολου που περνουσε με ταχυτητα καποιος γνωστος.
Κι όμως εγω ειμε εδώ, σκεφτηκε εκεινος, στις τεσσερεις το πρωι, κανω κυκλους γυρω από ένα μπαλκονι με αραχνες.
Εξω από το στρατοπαιδο ο κοσμος τον περιμενε να δουλεψει. Ανθρωποι να τον εξαπατησουν. Γυναικες να τον προδοσουν. Μια ζωη να συνεχισει να κιλα σαν βαριαντα χωρις απροοπτα. Η καταστροφικη ηρεμια της ρουτινας. Τα τελευταια σκαλοπατια της ενιλικιωσης. Η μοναξια περιτριγιρισμενη από ανθρωπους. Εκει, η μοναξια ηταν περιτριγυρισμενη από χαμηλα κοκινα φωτα. Από την νυχτα και τα αστερια. Μοναξια περιτρυγιρισμενη από σκοταδι. Ειχε ηδη κανει διακοσους κυκλους. Από τον ασυρμαστο μικρωφωνικη φωνη ακουστηκε: Τροχος καλει φροντιδα. Ακουει φροντιδα;
Η εφοδος εφθασε.
- Αλτ τι σι;
- Εφοδος
- Πεντε
- Εννεα
- Αλτ. Προχωρα στο παρασινθημα.
- Αετος
Η εφοδος εφιγε με το τζιπ.
Η φωνη αντιχισε στον αδειο δρομο καθως το αμαξι επιταχυνε: Η πρωην σου κανει τωρα πιπες ρε!!!
Καποιος σκοπος κολησε στον ασυρματο το ραδιωφονακι και αρχισαν να ακουγοντε κλαρινα.
- Φροντιδα! Φροντιδα καλει τροχο, ακουει τροχος; Κανενας δεν απαντησε και το σιμα του ασυρματου διακοπηκε για λιγο. Όταν η επικινωνια επανηλθε μια άλλη φωνη ακουστηκε: Οποιος το εκανε αυτό κοιταξε να δεις που θα το μετανιωσει.
Από την μοναξια περιτριγυρισμενη με ανθρωπους και εκεινη από σκυλια και αστερια προτιμουσε την δευτερη. Το τουφεκι στεκοταν στα σκαλοπατια. Ενας γεμηστιρας κρεμοταν στην εξαρτηση. Μαλακια να πεθανεις για γυναικα. Μαλακια να πεθανεις γενικα. Επιασε μπορα με φουσκαλες. Το σκυλι καπου κρυφτηκε. Το τρενο εξω από τα συρματοπλεγματα ακουστηκε πανω στις ραγες. Μεσα από τα μικρα παραθυρα με τον χαμηλο φωτισμο ανθρωποι που ταξιδευαν μακρινες αποστασεις κοιμοντουσαν. Σταματησε να γιριζει στο μπαλκονι στους τετρακοσιους πενηντα κυκλους. Αρχησε να κοιταει τις φουσκαλες: Οταν κοιταζεις την βροχη, η ωρα στην σκοπια περναει ετσι, σα να τανε ουτε πεντε λεπτα, ειχε πει ο ζανιας. Ο ζανιας ητανε βοσκος. Το ξερω από τα προβατα, ακομα ειχε πει.
Το κινητο του χτυπησε. Καποιος φιλος ηταν. Ο φιλος του ειπε: γραψε στην σκοπια Μενιδι παντου. Εβγαλε τον μαρκαδορο. Εγραψε –Μενιδι- οπου αυτό χωρουσε. Τετια γραφανε συνηθως στις σκοπιες. Ενας άλλος ειχε ζωγραφισει στο τζαμι μια καρδια και μεσα ειχε γραψει Κατερινα θα σ’ αγαπω για παντα. Τ’ ακους; Για παντα. Σε μερικα σημεια τα γραματα ειχαν πατησει πανω στο περιγραμα. Από την εφτα ακουστηκε η φυσαρμονικα του ορφανακη. Ο ορφανακης ητανε μουσικος και κουβαλουσε παντα την φισαρμονικα μαζι του. Κατω από το τζαμι προσθεσε με αλιωμενη γραματοσειρα: Η αληθινη αγαπη είναι ένα ψεμα. Το ψεμα πως θα αγαπουμε για παντα, ενώ αγαπουμε μοναχα για τον ερωτα. Και πιο κατω ξανα με την πραγματικη του γραφη: Μενιδι 7.

Στο πρωινο προσκλητιριο το ονομα του ακουστηκε εκ νεου. Μερικα χερια τον χτυπησαν φιλικα στην πλατη. Μουστακης-Μιχαιληδης, πρωινα μαγειρια. Ο μιχαηλιδης ηθελε πλεον να τον φωναζουνε ολοι «πτεραρχο». Εσενα θα σε λεω ανθυπα, του ειπε καθως βαδιζαν προς την υπηρεσια. Ολη την ωρα βαριεσε και εισαι νωχελικος. Μονο ανθυπας μπορεις να γινεις. Αλλα θα εισαι ανθυπας παρα του πτεραρχου. Υπο την προστασια μου, δηλαδη.
Ο μιχαηληδης ητανε από την θεσσαλονικη. Περιπου μια ωρα τσακονοτανε με καποιον αθηναιο για το πώς πρεπει να ονομαζετε το σουβλακι. Υστερα του επιασε την παρλα. Μιλα ρε ανθυπα μου, του ειπε.
Για τον πτεραρχο συντομα καταλαβε πως γενηθηκε σε λαθος εποχη. Διαρκως ονειρευονταν πραγματα απιθανα. Ξεφλουδιζοντας πατατες του λεγε πως θα θελε να ηταν χιπις το ’60. Τιγανιζοντας τες πως ηθελε να ‘χε πολεμισει στο βιετναμ με ένα malboro στο κρανος. Πλενοντας την λατζα πως το ’80 θα θελε να χορευε tom jones και να κανει lcd. Και τελος, περνοντας το βραδυ τον δρομο για την μοιρα, πως το ’90 ηθελε πια να εινε γκριζομαλης και να ρουφαει κοκαινη σε παρτυ επιφανων καλιτεχνων. Και από κάθε εποχη, τωρα να εχει μια ασπρομαυρη φωτογραφια στο ραφι του και να λεει ιστοριες στα εγγονια του.
Καθησαν κατω από ένα δενδρο και εβγαλε από την τσεπη του μια τραπουλα. Ξερεις χαρτια, ανθυπα μου; Τον ρωτησε.
Όχι, απαντησε.
Τα ανακατεψε για λιγο και κατι σκεφτηκε. Κατσε, ειπε τελικα. Καθησε.
- Θελεις να σου πω πώς να ριξεις την τζουλια αλεξανδρατου με μια παρτιδα ποκερ;
- Ναι, αμε.
Ακου:
Η περιπολος περασε και κριφτικαν στα σκοτεινα.
- θα πρεπει να μαθεις ποκερ. Ευκολο πραγμα. Το ποκερ θελει μοναχα τρελα. Εσυ την εχεις. Δεν θα ναι προβλημα. Υστερα θα πας προτωχρονια στο καζινο. Θα εισαι σοβαρος, θα φενεσε μοναχικος. Θα φορας ένα μπροντο δερματινο σακακι, ένα πουλοβερ με V και από μεσα γραβατα με ελαχιστα στραβο κομπο. Θα μπεις στον σκοτεινο θαλαμο με την τσοχα που πεζουνε το ποκερ και θα σβησεις το κινητο σου. Θα παραγιλεις ένα ποτο, θα αναψεις ένα τσιγαρο. Θα ερθουνε οι αλλοι παιχτες. Τελευταια θα ερθει η τζουλια και θα καθησει απεναντι σου. Πεζει παντοντε πρωτοχρονια.
Ολο το βραδυ θα χανεις. Ετσι κανει ο καλος ποκερας. Ρεφαρει παντοτε στο τελος της βραδιας. Ετσι καποια στιγμη η τζουλια θα εχει καλο φυλλο. Θα κοιτα τα χαρτια της και θα χερετε. Θα βρισκοσαστε στο τεταρτο φιλο. Όταν θα ερθει το πονταρισμα της, θα σπρωξει μιση ντουζινα μαρκες στο τραπεζι. Ολοι θα πανε πασο. Θα περιμενει να κανεις το ιδιο, αλλα εσυ θα σπρωξεις σε απαντηση άλλη μιση ντουζινα μαρκες από την μερια σου και θα πεις στον ντιλερ: τα βλεπω.
Θα την κοιταξεις λιγο-θα σε κοιταξεις λιγο. Θα καπνισεις λιγο από το τσιγαρο σου.
Στο πεμπτο φιλο θα εχετε μινει οι δυο σας. Η τζουλια θα σπροξει ξανα ένα τσουβαλι μαρκες στο τραπεζι. Θα νομισει πως θα κανεις πισω. Εσυ δεν θα χεις τοσα λεφτα να πεξεις. Εκεινη είναι πλουσια. Εκεινη είναι ομορφη. Εκεινη τα ‘χει όλα. Όμως θα κανεις την τελευταια σου κινηση. Θα σπρωξεις ότι σου εχει απομινει και θα πεις μοναχα δυο κουβεντες: Τα ρεστα μου. θα την κοιταξεις μεσα στα ματια-θα σε κοιταξει μεσα στα ματια. Θα κανεις μια τζουρα από το τσιγαρο σου. Τον καπνο θα τον φισιξεις στον αερα.
Η τζουλια θα ανιξει τα χαρτια της στο τραπεζι. Θα εχει χρωμα. Θα κανεις κι εσυ το ιδιο, παρα πολύ αργα, παρα πολύ ψυχρεμα. Θα πεις τις τελευταιες δυο σου λεξεις: Φλος ρουαγιαλ. Θα σβισεις το τσιγαρο σου, θα παρεις τον σωρο με τις μαρκες και θα βγεις εξω. Θα καθησεις σε μια αδεια θεση στην γωνια. Θα λισεις την γραβατα σου, θα ξεκουμποσεις το πανω κουμπι απ το πουκαμισο, θα αναψεις ένα τσιγαρο και θα ανακατεψεις λιγο το ποτο σου.
Η τζουλια θα βγει εξω, θα σε δει να στεκεσε εκει, θα σε πλησιασει, θα σου μιλισει, θα της μιλισεις, θα την παρεις και θα φυγετε.
- Καταπληκτικο, αλλα δεν μου αρεσει η Τζουλια!
- Καλυτερα. Θα την γνωρισω μοναχος μου τοτε. Αυτος είναι ο μοναδικος τροπος να την γνωρισω ανθυπα μου, καταλαβενεις; Αυτος είναι ο τροπος να γνωρισω μια τοσο ομορφη γυναικα και να περασω ζωη παραμυθενια. Μονο αυτή θα με κανει να ξεχασω καποτε την δικια μου.
Φιλισε την τραπουλα τρεις φορες με δυναμη. Παμε να φυγουμε από δω, υστερα ειπε.
Εφυγαν.

Ένα βραδυ μετα από βολη, ολες οι διμηριες ειχαν απηβδησει από εξαντληση. Συνεργαστικαν και παραγγειλαν φαγητο από το φαγαδικο εξω από το στρατοπαιδο. Ο μιχαλακακης, ενας αδυνατος καλαματιανος μηχανοβιος που εκανε με το λαρυγγι του τον ηχο από την yamaha του εφτασε στα σιρματα και πληρωσε διακοσα πεντε σαντουιτς με χειρινο, κετσαπ, μουσταρδα, πατατες, σως, τυρι ζαμπον. Όμως στην πρωτη φωτισμενη γωνια ο μοιραρχος που περναγε τυχαια τον επιασε και τον εβαλε να τα πεταξει στα σκουπιδια ενώ ολο το στρατοπαιδο κοιτουσε. Στο τελος του εδειξε με τα δαχτυλα πεντε μερες φιλακη και ολοι επεστρεψαν απογοητευμενοι στους θαλαμους.
Στον δικο του θαλαμο ειχε προκληθει μεγαλη ανακατοσουρα. Δεν θα τους πετυχουμε εξω ποτε; Λεγανε για τους ανωτερους. αρε και ξυλο που εχουν να φανε.
- Πρεπει καπως να φυγουμε από εδώ, σιμπλιρωσε ο μιχαλαρος.
- Αν δεις καποιον να πεθενει, περνεις αμεσως απολυοχαρτο, ειπε τοτε ο μελισουργακης.
- Και πως θα δουμε καποιον να πεθενει; Πεταχτηκε ο μουστακας.
- Ισως, αν καποιος αυτοκτονησει. Σκεφτηκε δυνατα ο μουχακης.
- Αρχησαν να κοιταζοντε ολοι τους περιεργα.
Ποιος θα μπορουσε απ’ ολους να αυτοκτονησει; Πρωτους υποψιφιους ειχανε τους διδιμους. Να τους εχουμε από κοντα, σιζιτουσε η παρεα του μουρουτσου. Αντιθετα παλι οι φιλοι του μελειση πιστευαν ότι πρωτος θα αυτοκτονουσε ο μετοχιανακης. Ητανε χοντρος, εδειχνε απογοητευμενος, ολη την ωρα καπνιζε και καποιος τον ειχε ακουσει να κλαιει στο μπανιο ένα βραδυ. Οι υπολιποι διαλεξαν μεμονομενα καποιους στοχους και ξεκινησαν να τους ακολοθουν, μην τυχον διαλεξουν να πεθανουν και εκεινοι δεν απολιθουν.

Το επομενο πρωι ανεβηκαν στις αιθουσες για γραπτες εξετασεις. Ο μιχαιληδης τον ειχε παρει από κοντα. Οσο δεν μιλουσε, τοσο αυτος του διηγοταν ιστοριες αλοκοτες. Μου αρεσει η κακία ανθυπα, ελεγε. Μου αρεσει να ειμε κακος. Να παω στα μπαρ, να κανω πουρο και απλα να κοιταω. Να κοιταω εδώ, να κοιταω εκει, και ολοι να λενε, αυτος εκει στην γωνια είναι κακος, μην του μιλας. Μην καθεσε κοντα του. Αστονα, είναι ενας τρελος. Η πρωην μου να ερχετε με τον νέο γκομενο της και να του λεει, αυτος είναι ο πρωην μου, είναι ενας τρελος, είναι ενας ανθρωπος με ψυχολογικα προβληματα.
Και καπου εκει αναμεσα σε όλα αυτά τον ξανα ειδε. Το φως χεινονταν αναμεσα από τα μαρμαρα και από τις αδεις πορτες και εξω από το παραθυρο τιποτα άλλο εκτος από το φως του δεν φενοταν. Ηταν τοσο δυνατο το φως. Αρχησε να περπαταει αργα προς τα εκει, μα στα μισα ο μιχαιληδης τον σκουντησε από πισω. Που πας ρε ανθυπα; Του πε. Είναι το φως, το βλεπεις το φως; Απαντησε εκεινος. Ο πτεραρχος τον κοιταξε. Ναι, το βλεπω, ειπε. Και τι; - τιποτα, νομιζα πως κανεις άλλος δεν το ειχε προσεξει. - Ναι, κανεις άλλος δεν το ειδε, μονο εγω κι εσυ, γιατι ειμαστε καλλιτεχνες. Φυγανε μαζι για τις αιθουσες κι ο μιχαηληδης για λιγο στραφηκε και εριξε στο φως άλλη μια ματια. Εκεινος μοναχα σκεφτηκε, τι να υπαρχει αραγε πισω από κεινο εκει το φως;
Από εκεινη την ημερα και μετα μεσολαβησε μια δυσκολη βδομαδα. Μια βδομαδα γεματη σιγκινισεις του στρατου. Που και που, πριν τις σκοπιες, μαζευονταν ολοι στα παγκακια και ελεγαν ιστοριες για φαντασματα, για πρωην αγαπημενες, για το πώς δενουνε τους κομπους οι προσκοποι και πως μια κοπελα από το σχολειο χορευε το βραδυ της αποφοιτησης στο παρτυ κι εκεινοι δεν βρηκανε κουραγιο να της μιλισουν. Και πως τωρα ειχε γινει χοντρη και μαλλον ειχε μια κορη.
- Οι γυναικες θελουν λεφτα, ελεγε ο αβραμιδης.
- Οι γυναικες θελουν να τις προσεχεις, ο μιχαλαρος.
- πρεπει να εχεις μια καλη μηχανη και ονομα στην πιατσα για να τις βγαζεις εξω, ο μιχαλακακης.
- Οι γυναικες εινε ψωλες, ελεγε ο πτεραρχος και τον κοιτουσε κοφτα. Εκεινος εστρεφε το βλεμα.
Όταν εκεινος ειχε ορεξη τους ελεγε πως οι ανθρωποι είναι ολοι ψευτες. Πως λενε το ψεμα πως ειναι ανθρωποι, ενώ συχνοτερα είναι πολυ περισσοτερο ζωα. Πως λενε πως θα αγαπουν για παντα, ενώ αγαπουνε μοναχα για τον ερωτα. Το φεγγαρι τοτε επεφτε πισω από τα κεραμυδια και η μερα και η νυχτα εκανε κυκλους γυρω από το στρατοπαιδο. Η ευτυχια εδεινε την θεση της στην μελανχωλια κι αυτή με την σειρα της στο πρωι και τις σκοτουρες με τις αναμικτες χαρες και λυπες.

Καποιο από τα τελευταια πρωινα πριν ρθουν οι μεταθεσεις, που ο ηλιος ειχε ανατιλει ανιξιατικος και ο κοσμος εμιαζε γεματος χρωματα, το εσκασε κριφα από την μοιρα. Διεσχησε το χερσο του στρατοπαιδο που λεγοταν ταφος και περασε μεσα από τον αεροδιαδρομο. Εφτασε στην πισω πορτα των διδαχτιριων, την εσπρωξε, εκεινη εγδαρε το μαρματο και μπηκε μεσα. Προσπαθησε να προσανατολιστει. Ανεβηκε μερικα σκαλοπατια, προσπερασε μερικους ανθρωπους, ειδε καποιους αριθμους στις αιθουσες. Μετα την αιθουσα σαραντο οκτω εστρειψε στην γωνια και τοτε τον ειδε για τελευταια φορα. Ηταν ο φωτισμενος διαδρομος. Εξω από το παραθυρο υπηρχε μια φωτια, το φως ηταν σαν πυρκαγια.
Φοβοταν. Σκεφτοταν, τι να υπαρχει πισω από το φως; Περπατησε προς τα εκει. Πισω από το φως μαλλον δεν θα υπηρχε κατι. Πισω από τα φωτα που παντοτε ονειρευονταν δεν υπηρχε τιποτα περισσοτερο από την ιδια την ζωη και την πεζοτητα των απλων πραγματων. Και πισω κι από εκεινο εκει το φως ισως να μην επρεπε να περιμενει πως υπηρχε κατι περισοτερο αξιοθαυμαστο απο πραγματα που ζουσανε μεσα στο μυαλο του. Όμως πλησιαζε αργα, γιατι σκεφτοταν πως ολο και καποιο ονειρο θα υπηρχε, ονειρα σαν και αυτά που λεγαμε πως τα εχουμε ξαναζησει, από το οποιο θα περνουσε μεσα του για να βγει στην άλλη μερια του κοσμου. Σκεφτηκε : σεβομαι τον κοσμο σας, αλλα ο κοσμος θα φανταζει παντοτε αλλιοτικος μεσα στα δικα μου ματια.
Όταν εφτασε στην ακρια ανοιξε το παραθυρο και κοιταξε απ’ εξω, τον αεροδιαδρομο και την υγρασευμενη βλαστιση με τις καρακαξες. Το χερσο από το στρατοπαιδο και τα χαμηλα οικισματα με τις αποθυκες και τα καλοσιντιριμενα παλαια κτιρια και τις σκοπιες, την πολη της τριπολης με τα λιγα μαγαζια και την αραιη φυση αναμεσα της.
Κατω από ένα γερο κλαρι, πανω από διασπαρτα φιλα που εκαναν ρυακια στα ριθρα, ο Μιχαιληδης παλωνταν σαν εκρεμες από παλλιο κουρδιστο ρολοι με τον λαιμο του περασμενο σε μια θηλια. Κουνιωτανε αργα περα δωθε και οι μυτες των ποδιων του εγλιφαν την γη. Η ταυτοτητα αναγνωρισης αντανακλουσε λιγοστες ακτιδες σε κάθε κτιπο. Πλαταινωντας το βλεμα στον οριζοντα, μακρια πισω από τις μοιρες, φανταροι ετρεχαν για τον μιχαιληδη. Καποιοι τους κλαιγανε, και παλι καποιοι λεγανε, απολυθηκαμε.


Εκεινο το βραδυ ο μιχαλαρος ειχε στιριξει το ποδι του σε έναν οπλοβαστο, γυαλιζε τις αρβιλες του και παραμιλουσε τριβωντας με δυναμη: Είναι μαλακιες, όλα αυτά είναι μαλακιες,. Και μενα μου εχει λιψει η αγαπη. Μου εχει λιψει η αγαπη, αληθεια μα τον θεο, αλλα όλα αυτά είναι μαλακιες. Από την αγαπη πιο πολύ μου ελειψε το καπνισμα. Τραβηξε ένα mallboro από το πακετο του μιχαλακοπουλου και το αναψε. Όλα μαλακιες, αδερφε.
Όταν χτυπησε το σιωπητιριο περιμενε την νυχτερινη περιπολο να απομακρινθει και περπατησε προς καπου τυχαια. Εκει που βρηκε την μεγαλυτερη σκοτεινια καθισε κατω από ένα δενδρο. Αναψε κι αυτος ένα τσιγαρο. Στον ουρανο το φεγγαρι επεφτε σιωπηλα πισω από τα κεραμυδια. Εκοψε ένα κλοναρακι και σκαλισε το πουσι. Ανοιξε το τηλεφωνο και σχηματισε έναν αριθμο. Από την άλλη ακρη της γραμμης κανεις δεν απαντησε. Από την άλλη ακρη της γραμμης καποτε καποια του ειχε πει: εισαι ένας ψυχικα ασθενης ανθρωπος. Δακρισε. Με το απλο του μυαλο μονον σκεφτηκε: Το φεγγαρι πεφτει πισω από τα κεραμυδια. Είναι κοκκινο και μακρια πολλυ, και αν το κοιταξεις θα σε δω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου